Disclaimer: Το άρθρο που ακολουθεί περιέχει εξαιρετικά σκληρές λεπτομέρειες, αναλυτικές περιγραφές βίας, δολοφονιών και μακάβριων εγκληματικών πράξεων, οι οποίες ενδέχεται να ενοχλήσουν ορισμένους αναγνώστες.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 η ήσυχη γειτονιά του Muswell Hill μετατράπηκε σε σκηνικό βγαλμένο από παραγωγή του Netflix.
Εκεί, σε δύο διαφορετικές κατοικίες, ο γεννημένος στη Σκωτία στις 23 Νοεμβρίου 1945 Ντένις Άντριου Νίλσεν έγινε ένας από τους πιο διαβόητους κατά συρροή δολοφόνους και νεκρόφιλους, αφαιρώντας τη ζωή από τουλάχιστον δώδεκα νεαρούς άνδρες και αγόρια μεταξύ του 1978 και του 1983.
Παρασύροντας τα θύματά του με απατηλές μεθόδους, τους έκοβε το νήμα της ζωής διά στραγγαλισμού ή πνιγμού. Έπειτα, ακολουθούσε ένα νοσηρό τελετουργικό κατά το οποίο έπλενε και έντυνε τα άψυχα σώματα, κρατώντας τα στον χώρο του για εκτεταμένα χρονικά διαστήματα, προτού τα τεμαχίσει και ξεφορτωθεί τα απομεινάρια τους καίγοντάς τα ή ρίχνοντάς τα στην τουαλέτα.
Ξεκίνησε τη δράση του στην περιοχή του Κρίκλγουντ, ωστόσο η πλειοψηφία των φόνων σημειώθηκε στο βόρειο Λονδίνο με αποτέλεσμα να μείνει στην ιστορία ως ο δολοφόνος του Muswell Hill.
Καταδικάστηκε τελικά στο δικαστήριο του Ολντ Μπέιλι. Στις 4 Νοεμβρίου 1983 του επιβλήθηκε ισόβια κάθειρξη με σύσταση ελάχιστης έκτισης τα 25 έτη, ποινή που τον Δεκέμβριο του 1994 μετατράπηκε σε πλήρη στέρηση ελευθερίας χωρίς καμία ελπίδα αποφυλάκισης.
Αφού πέρασε τα τελευταία του χρόνια έγκλειστος στις φυλακές του Φουλ Σάτον στο Ιστ Ράιντινγκ του Γιόρκσαϊρ, η αυλαία για τον Νίλσεν έπεσε στις 12 Μαΐου του 2018 στο νοσοκομείο του Γιορκ.
Ο θάνατός του προήλθε από πνευμονική εμβολή και οπισθοπεριτοναϊκή αιμορραγία, θανατηφόρες επιπλοκές που εμφανίστηκαν έπειτα από χειρουργική επέμβαση για την αποκατάσταση ρήξης ανευρύσματος κοιλιακής αορτής.
Παιδικά χρόνια και οικογενειακό περιβάλλον
Γεννημένος στις 23 Νοεμβρίου 1945 στο Φρέιζερμπεργκ του Αμπερντίνσαϊρ, ήταν το δεύτερο παιδί της Ελίζαμπεθ Ντάθι Γουάιτ και του Νορβηγού στρατιώτη Όλαφ Μάγκνους Μόκσχαϊμ (που υιοθέτησε το όνομα Νίλσεν).
Ο γάμος των γονιών του, σημαδεμένος από την αδιαφορία του πατέρα για την οικογένεια, διαλύθηκε το 1948. Ως παιδί, ο Νίλσεν ήταν ήσυχος αλλά δραστήριος, αντλώντας ασφάλεια αποκλειστικά από τον ψαρά παππού του, Άντριου.
Όταν ο παππούς του πέθανε ξαφνικά από καρδιακή προσβολή στη Βόρεια Θάλασσα το 1951, η ζωή του παιδιού άλλαξε για πάντα. Η εικόνα του νεκρού παππού στο ανοιχτό φέρετρο, για τον οποίο η μητέρα του ισχυρίστηκε ότι “απλώς κοιμόταν σε ένα καλύτερο μέρος”, εντυπώθηκε βαθιά στο μυαλό του.
Ο Νίλσεν σταδιακά απομονώθηκε, φτάνοντας στο σημείο να αγγίζει τη μικρότερη αδερφή του, Σίλβια, καθώς και τον μεγαλύτερο αδερφό του, Όλαφ, την ώρα που κοιμόντουσαν.
Αφού επέζησε από έναν παρολίγον πνιγμό στο Ίνβεραλοχι και θέλοντας να ξεφύγει από τη φτώχεια του νέου του σπιτιού στο Στρίχεν με τον πατριό του Άντριου Σκοτ, εντάχθηκε σε ηλικία 14 ετών στους δόκιμους του στρατού.
![]()
Η στρατιωτική θητεία
Το 1961, ο Νίλσεν ξεκίνησε την εκπαίδευσή του ως μάγειρας στο Άλντερσοτ του Χάμσαϊρ. Η στρατιωτική του πορεία διήρκεσε έντεκα χρόνια και καθόρισε τις σκοτεινές φαντασιώσεις του:
Όσναμπρικ, Δυτική Γερμανία: Η αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ και ένα περιστατικό μέθης στο διαμέρισμα ενός Γερμανού νεαρού ξύπνησαν φαντασιώσεις συνεύρεσης με εντελώς παθητικούς, αναίσθητους ή νεκρούς συντρόφους.
Έιντεν, Υεμένη: Το 1967 εργάστηκε στις φυλακές του Αλ Μανσούρα και επέζησε από απόπειρα απαγωγής από έναν Άραβα ταξιτζή, τον οποίο ξυλοκόπησε μέχρι αναισθησίας. Η θέα των νεκρών και ο κλασικός πίνακας “Η Σχεδία της Μέδουσας” γιγάντωσαν τις ονειρώξεις του, τις οποίες τροφοδοτούσε αυνανιζόμενος μπροστά σε καθρέφτες του ιδιωτικού του δωματίου.
Δυτικό Βερολίνο: Το 1969 είχε την πρώτη του ετεροφυλόφιλη σεξουαλική εμπειρία με μία πόρνη, την οποία θεώρησε απόλυτα καταθλιπτική.
Ινβερνές και Σέτλαντ: Υπηρέτησε ως μάγειρας και απολύθηκε ως δεκανέας το 1972. Την ίδια χρονιά επήλθε και η οριστική ρήξη με τον αδερφό και την οικογένειά του, εξαιτίας μιας λογομαχίας για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων που αποκάλυψε το μυστικό του.
Η ζωή στο Λονδίνο και η απομόνωση
Μετακομίζοντας στο Λονδίνο το 1973, ο Νίλσεν εκπαιδεύτηκε και υπηρέτησε ως αστυνομικός στο Γουίλσντεν Γκριν. Παραιτήθηκε σύντομα διαπιστώνοντας πως η δουλειά συγκρουόταν με τη μοναχική και συχνά κενή προσωπική του ζωή στη γκέι σκηνή της εποχής.
Το 1974 έπιασε δουλειά σε κέντρο ευρέσεως εργασίας, όπου φάνηκε ως ήσυχος και εργατικός υπάλληλος, κερδίζοντας και προαγωγή το 1982 στο Κέντις Τάουν.
Το 1975 γνώρισε τον Ντέιβιντ Γκάλιχαν από το Σόμερσετ και νοίκιασαν μαζί ένα σπίτι στη Λεωφόρο Μέλροουζ του Κρίκλγουντ, χρησιμοποιώντας μέρος της κληρονομιάς του βιολογικού του πατέρα (περίπου 10.873 σημερινές λίρες).
Η σχέση έγινε γρήγορα τοξική. Μετά τον χωρισμό τους το 1977 και αρκετές αποτυχημένες εφήμερες σχέσεις, ο Νίλσεν κατέληξε να ζει μόνος, εστιάζοντας όλη του την ενέργεια στη δουλειά και στην υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, πεπεισμένος πια ότι ήταν ακατάλληλος για συμβίωση.
Η φρικιαστική μέθοδος δράσης
Μεταξύ 1978 και 1983, ο Νίλσεν έθεσε σε εφαρμογή τις φαντασιώσεις του, επιλέγοντας κυρίως άστεγους ή άνδρες που γνώριζε σε μπαρ και Μέσα Μαζικής Μεταφοράς. Οι πρακτικές του ακολουθούσαν ένα συγκεκριμένο, απόκοσμο μοτίβο:
Προσέλκυση: Τους καλούσε στην κατοικία του με την υπόσχεση για φαγητό, αλκοόλ και προσωρινή στέγη.
Δολοφονία: Τους στραγγάλιζε (συχνά με σύρμα ή κορδόνι) μέχρι θανάτου ή αναισθησίας. Όσους δεν υπέκυπταν αμέσως, τους έπνιγε στην μπανιέρα ή σε κουβάδες με νερό.
Τελετουργικό: Έπλενε και έντυνε προσεκτικά τα πτώματα, διατηρώντας τα στον χώρο για εβδομάδες ή μήνες. Ο ίδιος παραδέχτηκε ότι αυνανιζόταν δίπλα τους και έκανε συγκεκριμένες σεξουαλικές πράξεις μαζί τους, αρνούμενος ωστόσο κατηγορηματικά ότι προέβαινε σε πλήρη διείσδυση.
1978-1981: Στο σπίτι του στο Κρίκλγουντ, αφαιρούσε τα εσωτερικά όργανα και τα πετούσε κοντά στο πάρκο Γκλάντστοουν, ενώ τα υπόλοιπα μέλη τα έκαιγε σε μεγάλη φωτιά στον κήπο.
1982-1983: Στη νέα του διεύθυνση στο Muswell Hill, αδυνατώντας να κάψει τα πτώματα, τεμάχιζε τις σάρκες και τα μικρά οστά και τα έριχνε στην τουαλέτα του, γεγονός που τελικά πρόδωσε τη δράση του στις αρχές.
Μεταξύ του 1978 και του 1983, ο Νίλσεν αφαίρεσε τη ζωή από τουλάχιστον δώδεκα άνδρες και αγόρια, ενώ αποπειράθηκε να σκοτώσει άλλους επτά, παρόλο που κατά την αρχική του ομολογία, το 1983, έκανε λόγο για δεκαέξι θύματα.
Η πλειονότητα όσων έπεσαν στα δίχτυα του ήταν άστεγοι ή ομοφυλόφιλοι, ωστόσο υπήρχαν και ετεροφυλόφιλοι τους οποίους προσέγγιζε κυρίως σε μπαρ, μέσα μαζικής μεταφοράς ή, σε μία περίπτωση, έξω από την ίδια του την πόρτα.
Όλες οι δολοφονίες διαπράχθηκαν αποκλειστικά εντός των δύο κατοικιών του στο βόρειο Λονδίνο, όπου τα θύματα παρασύρονταν, συνήθως με την υπόσχεση δωρεάν αλκοόλ και ζεστής στέγης.
Μόλις η πόρτα έκλεινε, ο οικοδεσπότης προσέφερε φαγητό και ποτό, μέχρι να φτάσει η στιγμή του στραγγαλισμού, συχνά με τη χρήση κάποιου αυτοσχέδιου βρόχου.
Ο κύκλος του αίματος στη λεωφόρο Μέλροουζ
Η φρικιαστική του δράση ξεκίνησε στις 30 Δεκεμβρίου 1978. Πρώτο του θύμα ήταν ο δεκατετράχρονος Στίβεν Χολμς, τον οποίο γνώρισε στην παμπ Κρίκλγουντ Αρμς, πιστεύοντας πως ήταν δεκαεπτά ετών. Αφού ήπιαν στο διαμέρισμα του Νίλσεν, το επόμενο πρωί ο δολοφόνος ξύπνησε φοβούμενος πως ο νεαρός θα έφευγε. Παίρνοντας μια γραβάτα, τον στραγγάλισε και στη συνέχεια τον έπνιξε σε έναν κουβά με νερό. Αφού έπλενε το σώμα του, αυνανίστηκε δις από πάνω του και, περιμένοντας τη νεκρική ακαμψία, τον έκρυψε κάτω από τις σανίδες του πατώματος. Οκτώ μήνες αργότερα, στις 11 Αυγούστου 1979, έκαψε το πτώμα σε μια μεγάλη φωτιά στον κήπο. Ο ίδιος αργότερα περιέγραψε τον φόνο ως το σημείο όπου «ξεκίνησε στη λεωφόρο του θανάτου αναζητώντας έναν νέου είδους συγκάτοικο».
Στις 11 Οκτωβρίου 1979, αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον φοιτητή από το Χονγκ Κονγκ, Άντριου Χο, αλλά εκείνος ξέφυγε. Δύο μήνες μετά, στις 3 Δεκεμβρίου, συνάντησε τον εικοσιτριάχρονο Καναδό τουρίστα Κένεθ Όκεντεν στο Γουέστ Εντ.
Αφού αγόρασαν ρούμι και ουίσκι, κατέληξαν στο διαμέρισμα. Καθώς ο φοιτητής άκουγε μουσική, ο Νίλσεν τον στραγγάλισε με το καλώδιο των ακουστικών του. Την επόμενη μέρα, τον φωτογράφισε με μηχανή Πόλαροϊντ, και για τις επόμενες δύο εβδομάδες έβγαζε το πτώμα από το πάτωμα για να κάθονται μαζί στην πολυθρόνα βλέποντας τηλεόραση.
Στις 17 Μαΐου 1980 σκότωσε τον δεκαεξάχρονο Μάρτιν Ντάφι, ο οποίος κοιμόταν στους δρόμους κοντά στον σταθμό Γιούστον. Τον έπνιξε στον νεροχύτη, έκανε μπάνιο με το κορμί του, το φίλησε, αυνανίστηκε πάνω του και τελικά το έκρυψε. Έως το τέλος του 1980, ακολούθησαν άλλοι πέντε φόνοι. Η συσσώρευση πτωμάτων κάτω από το πάτωμα έφερε αναπόφευκτα έντονη σήψη και σκουλήκια, αναγκάζοντας τον Νίλσεν να ρίχνει αλάτι, αποσμητικά και εντομοκτόνα.
Στα τέλη του 1980, κατασκεύασε μια μεγάλη φωτιά στον κήπο καίγοντας τα τεμαχισμένα υπολείμματα έξι θυμάτων. Για να κρύψει τη μυρωδιά της καμένης σάρκας, τοποθέτησε στην κορυφή ένα παλιό ελαστικό αυτοκινήτου, σπάζοντας μάλιστα ένα κρανίο με την τσουγκράνα του μπροστά στα μάτια τριών παιδιών της γειτονιάς που παρακολουθούσαν ανυποψίαστα.
Το τελευταίο θύμα σε αυτή τη διεύθυνση ήταν ο εικοσιτριάχρονος Μάλκολμ Μπάρλοου, τον οποίο βρήκε να υποφέρει από επιληπτική κρίση έξω από το σπίτι του στις 17 Σεπτεμβρίου 1981. Ο Νίλσεν κάλεσε ασθενοφόρο, αλλά όταν ο νεαρός επέστρεψε την επόμενη μέρα για να τον ευχαριστήσει, ο δολοφόνος τον στραγγάλισε. Λίγο αργότερα, έχοντας λάβει εντολή από τον ιδιοκτήτη για να εκκενώσει το ακίνητο, έκαψε τα τελευταία πέντε πτώματα και στις 5 Οκτωβρίου 1981 μετακόμισε σε ένα διαμέρισμα στον τελευταίο όροφο στην οδό Κράνλεϊ Γκάρντενς στο Muswell Hill.
Η απόλυτη φρίκη στο Muswell Hill
Στο νέο του σπίτι δεν υπήρχε κήπος ούτε διαθέσιμος χώρος κάτω από τις σανίδες. Τον Νοέμβριο αποπειράθηκε να πνίξει τον δεκαεννιάχρονο Πολ Νομπς, αλλά σταμάτησε την τελευταία στιγμή.
Όμως τον Μάρτιο του 1982, γνώρισε τον εικοσιεξάχρονο Τζον Χάουλετ. Ακολούθησε μια άγρια μάχη για επιβίωση. Ο Νίλσεν τελικά τον στραγγάλισε και τον έπνιξε στην μπανιέρα, φέροντας για μέρες τα σημάδια από τα δάχτυλα του θύματος στον λαιμό του.
Τον Μάιο προσπάθησε να δολοφονήσει τον εικοσιενάχρονο Καρλ Στότορ, ωστόσο σταμάτησε όταν είδε τον σκύλο του, τον Μπλιπ, να γλείφει το πρόσωπο του αναίσθητου νεαρού. Τον επανέφερε στη ζωή και τον έπεισε πως είχε απλώς μπλεχτεί στο φερμουάρ του υπνόσακου έπειτα από εφιάλτη.
Τον Οκτώβριο σκότωσε τον εικοσιεπτάχρονο Γκράχαμ Άλεν, και στις 26 Ιανουαρίου 1983 το τελευταίο του θύμα, τον εικοσάχρονο Στίβεν Σίνκλερ. Ενώ άκουγε τη ροκ όπερα Τόμι, τον στραγγάλισε. Αφαιρώντας τους επιδέσμους από τα χέρια του νεαρού, είδε ότι είχε πρόσφατα προσπαθήσει να αυτοκτονήσει. Έβαλε ταλκ στο κορμί του, τοποθέτησε τρεις καθρέφτες γύρω από το κρεβάτι, ξάπλωσε γυμνός δίπλα του και του ψιθύρισε «καληνύχτα, Στίβεν».
Αδυνατώντας να θάψει ή να κάψει τα πτώματα των Χάουλετ, Άλεν και Σίνκλερ, ο Νίλσεν πετούσε τις σάρκες, τα εσωτερικά όργανα και τα μικρά οστά στην τουαλέτα, ενώ έβραζε τα κεφάλια και τα άκρα στην κατσαρόλα του για να αφαιρέσει το δέρμα.
Το μακάβριο εύρημα στις αποχετεύσεις
Η αρχή του τέλους γράφτηκε τον Φεβρουάριο του 1983, όταν ο ίδιος ο Νίλσεν, παραδόξως, έστειλε επιστολή στους μεσίτες παραπονούμενος για βουλωμένες αποχετεύσεις. Στις 8 Φεβρουαρίου, ο υπάλληλος Μάικλ Κάτραν ανακάλυψε μέσα στον αγωγό σάρκα και μικρά οστά. Εκείνο το απόγευμα, ο Νίλσεν προσπάθησε να δικαιολογηθεί αστειευόμενος πως κάποιος πετάει τα υπολείμματα από το τηγανητό κοτόπουλό του. Ωστόσο, το επόμενο πρωί ο Κάτραν και ο επόπτης του, Γκάρι Γουίλερ, βρήκαν κομμάτια που έμοιαζαν με ανθρώπινο λαιμό με σημάδια στραγγαλισμού.
Όταν ο Νίλσεν επέστρεψε από τη δουλειά του, βρήκε τον επιθεωρητή Πίτερ Τζέι να τον περιμένει. Μπαίνοντας στο διαμέρισμα, η μυρωδιά της σήψης ήταν ανυπόφορη. Ο επιθεωρητής τον ρώτησε ευθέως πού βρισκόταν το υπόλοιπο πτώμα, και ο δολοφόνος με απίστευτη ψυχραιμία έδειξε μια πλαστική σακούλα στη ντουλάπα. Καθ’ οδόν για το αστυνομικό τμήμα του Χόρνσεϊ, όταν ρωτήθηκε για τον συνολικό αριθμό των θυμάτων, κοίταξε έξω από το παράθυρο και ψιθύρισε: «Δεκαπέντε ή δεκαέξι, από το 1978».
Μέσα στο διαμέρισμα, η αστυνομία βρήκε ένα κρανίο, ένα κομμένο κεφάλι, και όργανα μέσα σε σακούλες και ένα μπαούλο. Στις 11 Φεβρουαρίου, αφού ο παθολόγος Ντέιβιντ Μπάουεν ταυτοποίησε τα αποτυπώματα του Σίνκλερ, η εφημερίδα Ντέιλι Μίρορ δημοσίευσε τη φρίκη, προκαλώντας εθνικό σοκ.
Οι ανατριχιαστικές ομολογίες
Κατά τη διάρκεια των πολύωρων ανακρίσεων, ο Νίλσεν ομολόγησε τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια. Εξήγησε ότι έβραζε τα κεφάλια στην κατσαρόλα για να εξατμιστεί το εσωτερικό τους. Περιέγραψε πώς στη λεωφόρο Μέλροουζ έκανε εμετό από τη δυσωδία της σήψης, προσπαθώντας να διαμελίσει τα κορμιά, ρίχνοντας αλάτι για τα σκουλήκια και πίνοντας ουίσκι για να βρει το κουράγιο να μεταφέρει τα μέλη στις φωτιές. Έκαιγε όλα τα προσωπικά τους αντικείμενα για να διαγράψει την ταυτότητά τους και να τους μετατρέψει σε «στηρίγματα» των φαντασιώσεών του.
Για τον ίδιο, τα θύματά του ήταν «πολύ τέλεια και όμορφα για την αξιολύπητη τελετουργία του συνηθισμένου σεξ». Αυνανιζόταν δίπλα στα διαμελισμένα κορμιά ως μια συμβολική χειρονομία αποχαιρετισμού. Όταν οι αστυνομικοί τον ρώτησαν αν ένιωθε καμία τύψη, η απάντησή του σόκαρε: «Εύχομαι να μπορούσα να σταματήσω, αλλά δεν μπορούσα. Δεν είχα άλλη συγκίνηση ή ευτυχία. Δεν αντλούσα καμία ευχαρίστηση από την πράξη της δολοφονίας, αλλά λάτρευα την τέχνη και την πράξη του θανάτου».
Γιατί η αστυνομία δεν σταμάτησε τον Νίλσεν
Παρόλο που αρκετά από τα θύματά του, όπως ο Ντάγκλας Στιούαρτ, ο Καρλ Στότορ και ο Πολ Νομπς, επέζησαν από τις επιθέσεις του, η Μητροπολιτική Αστυνομία απέτυχε να τον εντοπίσει και να τον σταματήσει εγκαίρως.
Οι λόγοι για αυτή την ολιγωρία των αρχών σχετίζονται άμεσα με το κοινωνικό πλαίσιο της εποχής, τις προκαταλήψεις και το προφίλ τόσο του δολοφόνου όσο και των θυμάτων.
Στη Βρετανία η ομοφυλοφιλία αποποινικοποιήθηκε το 1967, αλλά το στίγμα παρέμενε ισχυρό για πολλά χρόνια.
Μέσα στην αστυνομία υπήρχε έντονη προκατάληψη απέναντι στους ομοφυλόφιλους άνδρες. Όταν προέκυπταν αναφορές για βία μεταξύ ανδρών που γνωρίζονταν σε μπαρ, οι αστυνομικοί συχνά τις υποβάθμιζαν ή αρνούνταν να τις ερευνήσουν σοβαρά, θεωρώντας τες “εσωτερικά ζητήματα” της γκέι κοινότητας.
Ο Νίλσεν στόχευε συνήθως νεαρούς, ευάλωτους άνδρες. Πολλοί από αυτούς ήταν άστεγοι, τοξικοεξαρτημένοι, εργάτες του σεξ, ή νεαροί που είχαν φύγει από το σπίτι τους και δεν είχαν στενούς δεσμούς στο Λονδίνο. Επειδή αυτοί οι άνθρωποι ζούσαν στο περιθώριο, η αστυνομία δεν τους θεωρούσε “αξιόπιστους μάρτυρες”. Παράλληλα, όταν εξαφανίζονταν, οι αρχές σπάνια τους αναζητούσαν, υποθέτοντας απλώς ότι μετακόμισαν ή έφυγαν οικειοθελώς.
Πολλοί από τους επιζώντες φοβόντουσαν να πάνε στην αστυνομία. Ανησυχούσαν ότι αν κατήγγειλαν την επίθεση, θα αναγκάζονταν να αποκαλύψουν την ομοφυλοφιλία τους στις οικογένειές τους ή στους εργοδότες τους. Άλλοι φοβόντουσαν ότι η αστυνομία θα τους συλλάμβανε για άλλα αδικήματα, όπως η πορνεία ή η χρήση ναρκωτικών, αντί να συλλάβει τον δράστη.
Την ίδια ώρα, ο Νίλσεν δεν είχε το στερεοτυπικό προφίλ του εγκληματία. Ήταν λευκός, μορφωμένος, εργαζόταν ως δημόσιος υπάλληλος σε γραφείο ευρέσεως εργασίας και είχε υπηρετήσει στον στρατό και, για ένα σύντομο διάστημα, στην ίδια την αστυνομία. Όταν έρχονταν σε επαφή μαζί του οι αρχές, μιλούσε ήρεμα και πειστικά.
Η πιο χαρακτηριστική αποτυχία των αρχών αφορά τον Ντάγκλας Στιούαρτ, ο οποίος το 1980 κατάφερε να παλέψει με τον Νίλσεν, να ξεφύγει και να καλέσει την αστυνομία επιτόπου. Όταν οι αστυνομικοί έφτασαν, βρήκαν έναν αναστατωμένο Στιούαρτ και έναν ψύχραιμο Νίλσεν, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ο Στιούαρτ είχε μεθύσει και άρχισε να προκαλεί φθορές στο διαμέρισμά του, γι’ αυτό και αμύνθηκε.
Οι αστυνομικοί θεώρησαν το περιστατικό απλώς έναν “καυγά μεταξύ εραστών”, πίστεψαν την εκδοχή του “αξιοπρεπούς” δημοσίου υπαλλήλου (Νίλσεν) και αρνήθηκαν να προχωρήσουν σε σύλληψη, αφήνοντας τον δολοφόνο ελεύθερο να συνεχίσει τη δράση του.




