READ | THINK | EXPLORE

Το αβέβαιο μέλλον των βρετανικών παμπ

Από αναπόσπαστο κομμάτι της βρετανικής κουλτούρας σε είδος προς εξαφάνιση.

Οι παραδοσιακές βρετανικές παμπ, οι οποίες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την κουλτούρα της χώρας, αντιμετωπίζουν μια υπαρξιακή απειλή, με τον αριθμό των επιχειρήσεων να μειώνεται δραματικά.

Όπως αναφέρεται σε ανάλυση των Times, το 1870 λειτουργούσαν στο Ηνωμένο Βασίλειο 115.000 παμπ και «μπιραρίες», εξυπηρετώντας έναν ενήλικο πληθυσμό περίπου 15 εκατομμυρίων, δηλαδή μία παμπ για κάθε 130 άτομα.

Σήμερα, ο αριθμός τους έχει κατρακυλήσει κάτω από τις 45.000, αναλογία που αντιστοιχεί σε μία παμπ για κάθε 1.000 ενήλικες, εγείροντας ερωτήματα για τα αίτια αυτής της παρακμής και το μέλλον των επιχειρήσεων αυτών.

Η πτωτική πορεία ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα, με την επιβολή αυστηρότερων αδειοδοτήσεων και την άνοδο του κινήματος κατά της κατανάλωσης αλκοόλ. Η συρρίκνωση συνεχίστηκε και τον 20ό αιώνα, καθώς ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος μείωσε τον πληθυσμό και ο νόμος για την άμυνα του Βασιλείου περιόρισε το ωράριο λειτουργίας.

Μέχρι τη δεκαετία του 1960, ο αριθμός είχε πέσει στις 75.000, με πολλές παμπ να υποκύπτουν στην αστική ανάπλαση, τις μεταβαλλόμενες κοινωνικές συνήθειες και τη διάθεση φθηνότερου αλκοόλ από κάβες.

Παρά τη σύντομη σταθεροποίηση στις αρχές της δεκαετίας του 2010, η πτώση συνεχίζεται σταθερά έκτοτε. Η πανδημία επιδείνωσε την κατάσταση, κλείνοντας τις παμπ για μεγάλα διαστήματα και αφήνοντας πολλούς ιδιοκτήτες βυθισμένους στα χρέη.

Αντί όμως για ανάκαμψη, ο ρυθμός των λουκέτων επιταχύνεται. Η οργάνωση Campaign for Real Ale αναφέρει ότι χίλιες παμπ έχουν κλείσει φέτος, πέντε την ημέρα, αν και ορισμένες αναζητούν νέους ιδιοκτήτες. Εάν αυτή η τάση συνεχιστεί, μέχρι το 2050 δεν θα υπάρχει καμία παμπ.

Ο κλάδος δέχεται πολλαπλά πλήγματα: από τη μία πλευρά μειωμένη ζήτηση και από την άλλη αυξημένα κόστη και κανονισμούς. Το κυριότερο διαρθρωτικό πρόβλημα είναι ότι οι νέοι βγαίνουν λιγότερο και καταναλώνουν λιγότερο αλκοόλ, σημειώνουν οι Times.

Μια άλλη πρόκληση είναι η άνοδος χώρων «ανταγωνιστικής κοινωνικοποίησης» που προσφέρουν δραστηριότητες όπως βελάκια, μπόουλινγκ και μίνι γκολφ. Από το 2018, ο αριθμός αυτών των χώρων έχει αυξηθεί κατά 40%, φτάνοντας περίπου τους 600, καθώς οι νέοι επιλέγουν όλο και περισσότερο διεξόδους που δεν περιστρέφονται γύρω από το ποτό, αν και οι περισσότεροι από αυτούς τους χώρους σερβίρουν αλκοόλ.

Την ίδια στιγμή, οι επιχειρηματικοί φορείς επισημαίνουν ως βασικές πιέσεις στο κόστος λειτουργίας τους δημοτικούς φόρους, τις αυξήσεις δασμών, τις αυξήσεις μισθών και φόρων, καθώς και νέους κανονισμούς που αφορούν τη λειτουργία τους.

Ο σύνδεσμος UK Hospitality, που εκπροσωπεί παμπ, εστιατόρια και ξενοδοχεία, εκτιμά ότι ο κλάδος αντιμετωπίζει επιπλέον κόστος 1 δισεκατομμυρίου λιρών φέτος από τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, 1,9 δισεκατομμύρια από την αύξηση του κατώτατου μισθού και 500 εκατομμύρια από αλλαγές στους δημοτικούς φόρους, ανεβάζοντας τον συνολικό επιπλέον λογαριασμό στα 3,4 δισεκατομμύρια λίρες.

Παρά τη ζοφερή εικόνα, υπάρχουν και φωτεινές εξαιρέσεις. Πολλές παμπ τα πηγαίνουν καλά, ειδικά όταν βοηθάει ο καιρός και υπάρχουν μεγάλα αθλητικά γεγονότα. Φέτος το καλοκαίρι, οι τρεις μεγαλύτερες αλυσίδες παμπ της Βρετανίας ανέφεραν αύξηση πωλήσεων. Στο άλλο άκρο, οι μικρο-παμπ (micropubs) που ειδικεύονται στην μπίρα cask ale αποτελούν μια ακμάζουσα αγορά.

Ωστόσο, ακόμη και αυτή η τάση δεν έχει ανακόψει τη συνολική πτώση των πωλήσεων της cask ale, η οποία έχει μειωθεί κατά ένα τρίτο την τελευταία δεκαετία. Παρά τις όποιες θετικές ενδείξεις, το μέλλον παραμένει αβέβαιο.

Η Emma McClarkin από την Ένωση Βρετανικής Μπίρας και Παμπ καλεί την κυβέρνηση να δράσει με ουσιαστική μεταρρύθμιση των δημοτικών φόρων και μέτρα για τον περιορισμό του κόστους των νέων φόρων, προτείνοντας μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στην μπίρα. «Δεν ζητάμε ειδική μεταχείριση», δηλώνει, «απλώς θέλουμε να απελευθερωθεί το πλούσιο δυναμικό του κλάδου».

Facebook
X
LinkedIn
Email
WhatsApp
Threads