Ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ βρίσκεται σε ανοιχτή σύγκρουση με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, έπειτα από την αρχική άρνηση του Λονδίνου να επιτρέψει τη χρήση αμερικανικών βάσεων για πλήγματα στο Ιράν.
Η διαφωνία κορυφώθηκε την Τρίτη, όταν ο Αμερικανός πρόεδρος, έχοντας στο πλευρό του τον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς στον Λευκό Οίκο, επιτέθηκε λεκτικά στον Στάρμερ, δηλώνοντας χαρακτηριστικά πως «δεν έχουμε να κάνουμε με τον Ουίνστον Τσόρτσιλ» ενώ κατηγόρησε τη Βρετανία ότι δεν είναι καθόλου συνεργάσιμη.
Από την πλευρά του, ο Στάρμερ ξεκαθάρισε στη Βουλή των Κοινοτήτων ότι δεν πιστεύει στην «αλλαγή καθεστώτος από αέρος», τονίζοντας πως το κόμμα του έχει διδαχθεί από τα λάθη του πολέμου στο Ιράκ.
Αν και η σύγκρουση με τον στενότερο σύμμαχο της Βρετανίας εμπεριέχει τεράστια ρίσκα, η χρονική συγκυρία προσφέρει στον Στάρμερ ένα πολιτικό πλεονέκτημα στο εσωτερικό της χώρας.
Μετά από μια βαριά ήττα σε πρόσφατες τοπικές εκλογές, η στάση του απέναντι στον Τραμπ τον εναρμονίζει με μεγάλο τμήμα του κόμματός του.
Σε συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας των Εργατικών, οι βουλευτές, αντί να του ασκήσουν κριτική για την εκλογική ήττα, εξέφρασαν τη στήριξή τους στους χειρισμούς του για το Ιράν.
Η Έμιλι Θόρνμπερι, πρόεδρος της επιτροπής εξωτερικών υποθέσεων, υπογράμμισε ότι η βρετανική στάση υπαγορεύτηκε από το διεθνές δίκαιο. Ο Στάρμερ έχει καταστήσει τον σεβασμό στη διεθνή νομιμότητα κεντρικό πυλώνα της πολιτικής του.
Η αποστασιοποίηση από την πολιτική της Ουάσιγκτον βρίσκει σύμφωνους τους Βρετανούς ψηφοφόρους, οι οποίοι παραδοσιακά αντιμετωπίζουν με καχυποψία τον Τραμπ.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση της YouGov, το 49% των πολιτών αντιτίθεται στα αμερικανικά πλήγματα στο Ιράν, έναντι μόλις 28% που τα υποστηρίζει, με τα ποσοστά αντίδρασης να είναι υψηλότερα μεταξύ των ψηφοφόρων των Εργατικών και των Πρασίνων.
Παρά την εγχώρια στήριξη, αναλυτές προειδοποιούν για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες. Η Βρετανία έχει μόλις επανεκκινήσει τις εμπορικές συνομιλίες με τις ΗΠΑ, ενώ ο Τραμπ άσκησε σκληρή κριτική στον Στάρμερ και για τη συμφωνία παραχώρησης της κυριαρχίας των στρατηγικής σημασίας νησιών Τσάγκος στον Μαυρίκιο.
Η γεωπολιτική αναλύτρια Σοφία Γκάστον επισημαίνει σύμφωνα με το Politico ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν διαθέτει βιώσιμη εναλλακτική λύση πέραν των ΗΠΑ για την ασφάλεια και την οικονομία του, προειδοποιώντας ότι αυτή η στάση θα μπορούσε να κοστίσει ακριβά.
Πρώην αξιωματούχος της βρετανικής κυβέρνησης σημείωσε μάλιστα πως ο Αμερικανός πρόεδρος τείνει να παίρνει τις διαφωνίες προσωπικά, κάτι που ενδέχεται να «παγώσει» τις διμερείς επαφές τους επόμενους μήνες.
Την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό της Βρετανίας, συνεργάτες του Στάρμερ ανησυχούν ότι η διπλωματική του στάση ίσως επισκιαστεί από τις οικονομικές συνέπειες της κρίσης.
Ο φόβος είναι ότι οι ψηφοφόροι, οι οποίοι ήδη αναζητούν πιο λαϊκιστικές εναλλακτικές, ενδέχεται να χρεώσουν στην κυβέρνηση μια ενδεχόμενη νέα αύξηση στις τιμές της ενέργειας και στο κόστος ζωής.





