Περισσότεροι από τους μισούς Βρετανούς προτιμούν τις χαμηλότερες θερμοκρασίες από το να υποστούν τη ζέστη που πλήττει αυτή τη στιγμή το Ηνωμένο Βασίλειο.
Σε έρευνα που διεξήχθη σε δείγμα 2.000 ενηλίκων, το 52% δήλωσε ότι προτιμά τις πιο κρύες συνθήκες, ενώ μόλις το 28% θα επέλεγε τη ζέστη.
Τα ευρήματα αυτά έρχονται στο φως καθώς η χώρα βιώνει τον τέταρτο φετινό της καύσωνα, με δασικές πυρκαγιές να καταστρέφουν τεράστιες εκτάσεις γης.
Η έρευνα, η οποία πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό της εταιρείας ποτών Minus 196, δείχνει ότι όσοι προτιμούν τις χαμηλότερες θερμοκρασίες αναφέρουν ως κύριους λόγους τον καλύτερο ύπνο, την αποστροφή τους προς τον ιδρώτα και τη μεγαλύτερη ευερεθιστότητα που νιώθουν όταν ζεσταίνονται.
Ειδικότερα, το 63% όσων δήλωσαν ότι προτιμούν το κρύο, είπε ότι μισεί να ιδρώνει, ενώ το 50% ανέφερε ότι γίνεται πιο οξύθυμο.
Ο Δρ Λόρενς Γουέινραϊτ, λέκτορας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, εξήγησε ότι οι άνθρωποι συχνά προτιμούν τον πιο δροσερό καιρό επειδή είναι ευκολότερο να ρυθμίσουν τη θερμοκρασία του σώματός τους.
«Με τον κρύο καιρό, μπορούμε να το ελέγξουμε σε κάποιο βαθμό», σημείωσε, υπενθυμίζοντας ότι στη Βρετανία μόνο το 5% των σπιτιών διαθέτει κλιματισμό.
Ο ποιοτικός ύπνος αποτελεί τον πιο καθοριστικό παράγοντα, καθώς το 65% όσων προτιμούν το κρύο αναφέρει ότι κοιμάται καλύτερα. Ο Δρ Γουέινραϊτ εκτιμά ότι οι Βρετανοί έχουν πλέον απόλυτη επίγνωση των επιπτώσεων της ζέστης στον ύπνο, καθώς οι μνήμες από τους τελευταίους μήνες είναι ακόμα πολύ νωπές.
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι ο κακός ύπνος συσχετίζεται άμεσα με χειρότερα αποτελέσματα στην ψυχική υγεία.
Στο μεταξύ, οι συνέπειες του καύσωνα αλλάζουν δραστικά την καθημερινότητα των πολιτών. Βάσει της έρευνας, σε περιόδους υψηλών θερμοκρασιών το 44% των Βρετανών αποφεύγει τη γυμναστική, το 39% δεν κάνει τις δουλειές του σπιτιού και το 38% δεν βγαίνει καθόλου από το σπίτι. Επιπλέον, το 30% δηλώνει ότι αποφεύγει τα μέσα μαζικής μεταφοράς εάν η ζέστη είναι υπερβολική.




