Σημάδια ρήξης εμφανίζονται στην εμπορική σχέση μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ αποφάσισε να αναστείλει την υλοποίηση βασικών τμημάτων της πρόσφατης συμφωνίας τεχνολογικής συνεργασίας.
Η κίνηση αυτή έρχεται ως αντίδραση στην «ανεπαρκή πρόοδο» που έχει σημειώσει η Βρετανία στη μείωση των εμπορικών φραγμών, όπως είχε δεσμευτεί στην ευρύτερη εμπορική συμφωνία του περασμένου Μαΐου.
Σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν την απόφαση και μίλησαν στους New York Times, οι ΗΠΑ ενημέρωσαν αυτόν τον μήνα τη βρετανική κυβέρνηση ότι παγώνουν την εκπλήρωση μιας συμφωνίας σχετικής με την τεχνολογία, η οποία περιλάμβανε εντατικότερη συνεργασία σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη και η πυρηνική ενέργεια.
Όταν η Βρετανία έγινε η πρώτη χώρα που σύναψε εμπορική συμφωνία με τον Πρόεδρο Τραμπ τον Μάιο του 2025, επικριτές είχαν εκφράσει ανησυχίες ότι οι όροι ήταν χαλαροί και οι δεσμεύσεις ασαφείς, ένας κίνδυνος που πλέον γίνεται εμφανής.
Τον Σεπτέμβριο, ο πρόεδρος Τραμπ επισκέφθηκε το Ηνωμένο Βασίλειο, έπειτα από πρόσκληση του Βασιλιά Καρόλου. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης, οι δύο χώρες υπέγραψαν τη λεγόμενη «Tech Prosperity Deal», η οποία προέβλεπε διεύρυνση της ερευνητικής συνεργασίας και εμπορικές εταιρικές σχέσεις. Μάλιστα, μεγάλες αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες ανακοίνωσαν τότε επενδύσεις άνω των 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων στη Βρετανία για A.I., κέντρα δεδομένων και άλλες τεχνολογίες.
Ωστόσο, η ίδια η συμφωνία για την τεχνολογία ανέφερε ότι «τίθεται σε λειτουργία παράλληλα με την ουσιαστική πρόοδο που επιτυγχάνεται για την επισημοποίηση και εφαρμογή» της ευρύτερης εμπορικής συμφωνίας του Μαΐου, γνωστής ως «Economic Prosperity Deal».
Η κυβέρνηση Τραμπ υποστηρίζει τώρα ότι η Βρετανία δεν έχει καταβάλει επαρκή προσπάθεια για να εφαρμόσει την αρχική συμφωνία. Η Ουάσινγκτον χρησιμοποιεί την εμπορική πολιτική ως μοχλό πίεσης για να αποσπάσει περισσότερες παραχωρήσεις από το Λονδίνο, μια τακτική που ακολουθεί και με άλλες χώρες.
Οι όροι της συμφωνίας του Μαΐου ήταν όντως ασαφείς σε ορισμένα κρίσιμα σημεία, εξηγούν οι New York Times. Ενώ υπήρχαν σαφείς δεσμεύσεις για μείωση δασμών στα βρετανικά αυτοκίνητα (μέχρι μια ποσόστωση) και αύξηση των αμερικανικών εξαγωγών βοείου κρέατος προς τη Βρετανία, άλλα ζητήματα έμειναν ανοιχτά.
Αυτά περιλαμβάνουν την επιθυμία των ΗΠΑ να αυξήσουν τις αγροτικές εξαγωγές και να χαλαρώσουν οι βρετανικοί κανόνες ασφάλειας τροφίμων. Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν επίσης εκφράσει τη δυσαρέσκειά τους για τους βρετανικούς κανόνες ασφάλειας στο διαδίκτυο και τους φόρους ψηφιακών υπηρεσιών, που αποφέρουν έσοδα κυρίως από μεγάλες αμερικανικές εταιρείες όπως η Amazon και η Google.
Η συμφωνία ανέφερε γενικά ότι οι δύο χώρες θα «εργαστούν εποικοδομητικά σε μια προσπάθεια ενίσχυσης της πρόσβασης στην αγροτική αγορά» και θα «διαπραγματευτούν ένα φιλόδοξο σύνολο διατάξεων ψηφιακού εμπορίου». Στους μήνες που ακολούθησαν, ωστόσο, η Βρετανία δεν προχώρησε σε αλλαγές στον φόρο ψηφιακών υπηρεσιών, ούτε υπήρξε νέα συμφωνία για τις εξαγωγές τροφίμων.
Ο Πίτερ Κάιλ, ο Βρετανός υπουργός επιχειρήσεων και εμπορίου, βρισκόταν στις ΗΠΑ την περασμένη εβδομάδα, όπου συναντήθηκε με Αμερικανούς αξιωματούχους, συμπεριλαμβανομένου του υπουργού εμπορίου Χάουαρντ Λούτνικ, του εμπορικού αντιπροσώπου των ΗΠΑ Τζέιμισον Γκρίερ και του υπουργού οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, για να συζητήσουν την προώθηση της συμφωνίας του Μαΐου.
Σύμφωνα με εκπρόσωπο του υπουργείου επιχειρήσεων και εμπορίου, ο κ. Κάιλ «τόνισε τη σημασία διατήρησης της δυναμικής στην εφαρμογή όλων των πτυχών της συμφωνίας Ηνωμένου Βασιλείου-ΗΠΑ», ενώ συζήτησε επίσης τους δασμούς στο ουίσκι και τον χάλυβα, καθώς και τη συνεργασία σε κρίσιμα ορυκτά. «Και οι δύο πλευρές συμφώνησαν να συνεχίσουν περαιτέρω διαπραγματεύσεις τον Ιανουάριο», πρόσθεσε ο εκπρόσωπος.
Εκπρόσωπος της βρετανικής κυβέρνησης δήλωσε το Σάββατο ότι η χώρα «είναι σταθερά δεσμευμένη να διασφαλίσει ότι η Συμφωνία Τεχνολογικής Ευημερίας θα προσφέρει ευκαιρίες στους εργαζόμενους και στις δύο χώρες».





