Σε επτά χρόνια κάθειρξη καταδικάστηκε ένας Βρετανός, ο οποίος προσφέρθηκε αυτοβούλως να παράσχει υπηρεσίες κατασκοπείας στη Ρωσική Υπηρεσία Πληροφοριών. Η σύλληψή του ήταν αποτέλεσμα έρευνας της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας του Λονδίνου.
Ο 66χρονος Χάουαρντ Φίλιπς συνελήφθη έπειτα από μια σειρά επαφών με μυστικούς αστυνομικούς, τους οποίους ο Φίλιπς θεωρούσε ότι ήταν Ρώσοι πράκτορες.
Κατά τη διάρκεια διαδοχικών συναντήσεων, ο Φίλιπς προσφέρθηκε να παραδώσει προσωπικά στοιχεία του τότε Υπουργού Άμυνας του Ηνωμένου Βασιλείου και να παράσχει υλικοτεχνική υποστήριξη σε ρωσικές κατασκοπευτικές δραστηριότητες.
Το δικαστήριο στο Γουίντσεστερ άκουσε ότι ο Φίλιπς συνελήφθη από αξιωματικούς της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας στις 16 Μαΐου 2024 στο κεντρικό Λονδίνο. Ο Φίλιπς είχε ταξιδέψει στην πρωτεύουσα για μια συνάντηση με δύο άτομα που πίστευε ότι ήταν Ρώσοι πράκτορες, αλλά στην πραγματικότητα ήταν μυστικοί αστυνομικοί.
Μέσα από μια σειρά από emails, μηνύματα σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης και δια ζώσης συναντήσεις, οι μυστικοί αστυνομικοί κατέγραψαν την προθυμία του Φίλιπς να βοηθήσει τη Ρωσική Υπηρεσία Πληροφοριών με αντάλλαγμα χρηματική αμοιβή.
Κατά τη διάρκεια της δίκης, αποκαλύφθηκε ότι ο Φίλιπς παρέδωσε προσωπικά στοιχεία του τότε Υπουργού Άμυνας του Ηνωμένου Βασιλείου. Ο Φίλιπς γνώριζε τον υπουργό, καθώς ήταν ο τοπικός του βουλευτής, και τον είχε επισκεφθεί στο παρελθόν στο σπίτι του.
Επιπλέον, ο Φίλιπς είπε στους μυστικούς αστυνομικούς ότι είχε πρόσφατα υποβάλει αίτηση για εργασία στη βρετανική υπηρεσία συνοριακού ελέγχου και βρισκόταν στη διαδικασία απόκτησης άδειας ασφαλείας από το Υπουργείο Εσωτερικών για αυτόν τον ρόλο.
Σε ένα έγγραφο που είχε αποθηκεύσει σε ένα USB στικ το οποίο παρέδωσε στους αστυνομικούς, ο Φίλιπς ανέφερε ότι θα μπορούσε να είναι κάποιος που θα «κινείται απαρατήρητος και θα ταξιδεύει οπουδήποτε ανά πάσα στιγμή, χωρίς να του γίνονται ερωτήσεις» και να «αποφεύγει τις υποψίες».
Ο Διοικητής Ντόμινικ Μέρφι, επικεφαλής της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας του Λονδίνου, δήλωσε: «Αυτή η υπόθεση καταδεικνύει τις σοβαρές συνέπειες για όποιον νομίζει ότι η συνεργασία με τη ρωσική υπηρεσία πληροφοριών είναι ένας τρόπος για εύκολο χρήμα».
«Η αλήθεια είναι ότι όσοι εργάζονται ως πληρεξούσιοι για τη Ρωσία είναι απίθανο να λάβουν μεγάλα χρηματικά ποσά. Στην πραγματικότητα, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μην τους δοθούν καθόλου χρήματα. Ωστόσο, αυτό που κάνουν είναι να ρισκάρουν την ελευθερία τους για μεγάλο χρονικό διάστημα. Όπως δείχνει αυτή η υπόθεση, όσοι καταδικάζονται βάσει του nόμου περί εθνικής ασφάλειας μπορούν να αναμένουν ότι θα λάβουν μακροχρόνιες ποινές φυλάκισης», πρόσθεσε ο Μέρφι.





