READ | THINK | EXPLORE

Πού οφείλεται το χάσμα μεταξύ του Λονδίνου και των υπόλοιπων βρετανικών πόλεων;

Το Λονδίνο είναι πανίσχυρο οικονομικά και πολιτικά σε σχέση με άλλες βρετανικές πόλεις. Πρόκειται για το αποτέλεσμα κάποιας συνωμοσίας των ελίτ ή της πορείας της χώρας ανά τους αιώνες;

Η «μεγαλύτερη αποκέντρωση εξουσιών στην ιστορία της Βρετανίας» αποτελεί μία από τις βασικές υποσχέσεις του πρωθυπουργού Άντι Μπέρναμ. 

Θα αφαιρέσει δυνάμεις από το Γουάιτχολ, είπε, και θα τις διοχετεύσει σε άλλες πόλεις. 

Όλα αυτά έχουν αναθερμάνει τη συζήτηση σχετικά με το χάσμα οικονομικής και πολιτικής ισχύος ανάμεσα στη βρετανική πρωτεύουσα και την υπόλοιπη χώρα. Γιατί η προσοχή είναι πάντα στραμμένη στο Λονδίνο; Πρόκειται για κάποιου είδους συνωμοσία; 

Το Λονδίνο παράγει σήμερα σχεδόν το 22% του ΑΕΠ του Ηνωμένου Βασιλείου.

Αυτή η γιγαντιαία απόκλιση ανάμεσα στην πρωτεύουσα και πόλεις όπως το Μάντσεστερ ή το Μπέρμιγχαμ γεννά συχνά την αίσθηση μιας σκόπιμης αδικίας, ενός κεντρικού σχεδιασμού που παραμελεί οτιδήποτε βρίσκεται εκτός. 

Για να κατανοήσει κανείς αυτή τη δομική ανισορροπία, πρέπει να στρέψει το βλέμμα του αρκετούς αιώνες πριν.

Η Αγγλία ενώθηκε κάτω από το στέμμα του βασιλιά Άθελσταν το 927 μ.Χ., πριν από πάνω από μια χιλιετία. 

Επειδή υπήρχε μόνο ένα ανώτατο κέντρο, η πολιτική εξουσία, το εμπόριο, οι υποδομές και οι ανθρώπινες φιλοδοξίες άρχισαν να ρέουν ασταμάτητα προς αυτό.

Κάτι αντίστοιχο συνέβη και στη Γαλλία η οποία παρόλο που γνώρισε μια πιο σταδιακή ενοποίηση, συγκέντρωσε σε μεγάλο βαθμό τη βασιλική, νομική και οικονομική εξουσία στο Παρίσι ξεκινώντας από τον Μεσαίωνα. 

Σήμερα, η πόλη του φωτός δημιουργεί περίπου το 31% του ΑΕΠ της Γαλλίας. 

Στον αντίποδα, χώρες που σήμερα διαθέτουν μια πιο ισορροπημένη περιφερειακή ανάπτυξη, όπως η Γερμανία και η Ιταλία, διέγραψαν εντελώς διαφορετική τροχιά.

Παρέμειναν για αιώνες ένα πολύχρωμο μωσαϊκό από ανεξάρτητα κρατίδια, βασίλεια και ελεύθερες πόλεις, βρίσκοντας την εθνική τους ενότητα μόλις στα τέλη του 19ου αιώνα.

Αυτή η καθυστέρηση στην ενοποίηση αποδείχθηκε ευεργετική για τη δική τους επαρχία. Επέτρεψε στα περιφερειακά κέντρα να χτίσουν βαθιά ριζωμένα οικονομικά οικοσυστήματα προτού μια εθνική πρωτεύουσα μπορέσει να απορροφήσει τους πόρους.

Περιοχές όπως η Λομβαρδία ή πόλεις όπως το Αμβούργο είχαν άπλετο χρόνο να λειτουργήσουν ως αυτόνομα, κυρίαρχα κέντρα.

Έχτισαν τις δικές τους τράπεζες, τα δικά τους ισχυρά εμπορικά δίκτυα, ριζώνοντας βαθιά στον οικονομικό χάρτη της Ευρώπης πολύ πριν υπάρξει μια κοινή εθνική πρωτεύουσα ικανή να διεκδικήσει τον πλούτο τους.

Στη Βρετανία, το τοπίο ήταν διαφορετικό. Το Γιορκσάιρ δεν έζησε ποτέ την αυτονομία της Λομβαρδίας και το Μπέρμιγχαμ δεν γεύτηκε ποτέ την ανεξαρτησία του Αμβούργου.

Ήταν, από την πρώτη μέρα της ύπαρξής τους, υποταγμένα στο βρετανικό κράτος. Ακόμη και την εποχή που το Μάντσεστερ μεσουρανούσε ως η αδιαμφισβήτητη καρδιά της παγκόσμιας κλωστοϋφαντουργίας κατά τα χρόνια της βιομηχανικής επανάστασης, ο πληθυσμός του δεν πλησίαζε καν το ένα πέμπτο εκείνου του Λονδίνου.

Η πρωτεύουσα είχε ήδη συσσωρεύσει το βάρος επενδύσεις αιώνων.

Σύμφωνα με την απογραφή του 1851, ο πληθυσμός της περιοχής του Λονδίνου ήταν περίπου 2,36 εκατομμύρια. Η περιοχή του Μάντσεστερ, παρά το γεγονός ότι ήταν το παγκόσμιο επίκεντρο της κλωστοϋφαντουργίας, είχε πληθυσμό μόλις πάνω από 300.000.

Η υπεροχή του Λονδίνου δεν είναι ένα σχέδιο σκόπιμης υποτίμησης των άλλων βρετανικών πόλεων. Είναι, αντίθετα, το αποτέλεσμα ενός κράτους που χτίστηκε, αναπνέει και μεγαλώνει γύρω από τον ίδιο ακριβώς πυρήνα εδώ και πάνω από χίλια χρόνια.

Οικονομική ατμομηχανή το Λονδίνο για το Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά με έντονες κοινωνικές ανισότητες

Το Λονδίνο παραμένει ο αδιαμφισβήτητος πυλώνας της βρετανικής οικονομίας, παράγοντας το 2023 το 22,3% του εθνικού ΑΕΠ, με την αξία της οικονομικής παραγωγής να αγγίζει τα 618 δισεκατομμύρια λίρες, σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας.

Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στη βρετανική πρωτεύουσα ανέρχεται στις 69.077 λίρες, το υψηλότερο από κάθε άλλη περιφέρεια ή έθνος του Ηνωμένου Βασιλείου, πολύ πάνω από τον εθνικό μέσο όρο των 39.403 λιρών.

Επιπλέον, η εργασιακή παραγωγικότητα της πόλης, υπολογισμένη με βάση τη βασική μέτρηση της παραγωγής ανά ώρα εργασίας, ξεπέρασε κατά 28,5% τον βρετανικό μέσο όρο για το 2023.

Η δυναμική αυτή αντικατοπτρίζεται και στην ικανότητά της να προσελκύει κεφάλαια από το εξωτερικό. Όπως καταδεικνύει η έρευνα ελκυστικότητας της εταιρείας συμβούλων EY, το Λονδίνο εξασφάλισε τα περισσότερα έργα άμεσων ξένων επενδύσεων σε ολόκληρη την Ευρώπη για το 2024.

Σε επίπεδο δημόσιων οικονομικών, οι εκτιμήσεις της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας σχετικά με το πόσα ξοδεύει ο βρετανικός δημόσιος τομέας και πόσα εισπράττει από κάθε περιοχή, δείχνουν ότι το Λονδίνο είναι ο βασικός τροφοδότης των κρατικών ταμείων.

Για το οικονομικό έτος 2022 με 2023, τα έσοδα που συγκεντρώθηκαν από την πρωτεύουσα έφτασαν τα 216,4 δισεκατομμύρια λίρες. Παρότι η περιοχή έλαβε επίσης το μεγαλύτερο μερίδιο των κρατικών δαπανών, ύψους 172,8 δισεκατομμυρίων λιρών, το εκτιμώμενο καθαρό δημοσιονομικό της ισοζύγιο κατέγραψε πλεόνασμα 43,6 δισεκατομμυρίων λιρών.

Μάλιστα, αποτέλεσε μία από τις μόλις δύο βρετανικές περιφέρειες με θετικό ισοζύγιο, με τη Νοτιοανατολική Αγγλία να είναι η δεύτερη, καταγράφοντας καθαρό πλεόνασμα 15,8 δισεκατομμυρίων. Αν το αναγάγουμε σε ατομικό επίπεδο, το καθαρό πλεόνασμα του Λονδίνου αντιστοιχεί σε 4.900 λίρες ανά κάτοικο.

Περνώντας ωστόσο στην αγορά εργασίας, η εικόνα είναι πιο περίπλοκη. Την περίοδο από τον Φεβρουάριο έως τον Απρίλιο του 2025, το ποσοστό των ανθρώπων ηλικίας 16 έως 64 ετών που εργάζονταν στο Λονδίνο διαμορφώθηκε στο 74,2%, ελαφρώς χαμηλότερα από τον εθνικό μέσο όρο του 75,1%.

Την ίδια περίοδο, το ποσοστό ανεργίας στην πρωτεύουσα σκαρφάλωσε στο 6,4%, υψηλότερα από το 4,6% του εθνικού μέσου όρου.

Το επαγγελματικό τοπίο της πόλης χαρακτηρίζεται από υψηλή εξειδίκευση. Τον Μάρτιο του 2025, σχεδόν το ένα τέταρτο των θέσεων εργασίας, φτάνοντας το 24% του συνόλου, αφορούσε τους τομείς της πληροφορίας και επικοινωνίας, καθώς και τις επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες.

Στο σύνολο του Ηνωμένου Βασιλείου, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 14%. Στην πράξη, τρεις στις δέκα βρετανικές θέσεις εργασίας σε αυτούς τους κλάδους βρίσκονται στο Λονδίνο. Αυτή η κατάσταση αποτυπώνεται και στις αμοιβές, με τον διάμεσο μισθό για τους υπαλλήλους πλήρους απασχόλησης να φτάνει τον Απρίλιο του 2024 τις 853 λίρες την εβδομάδα, ξεπερνώντας τις υπόλοιπες περιοχές, την ώρα που ο εθνικός διάμεσος μισθός ήταν στις 728 λίρες.

Παρ’ όλα αυτά, το αφήγημα της ευημερίας επισκιάζεται από τις συνθήκες διαβίωσης πολλών πολιτών. Λαμβάνοντας υπόψη το κόστος στέγασης, το Λονδίνο κατέγραψε ποσοστό σχετικής φτώχειας 26% την περίοδο από το 2021-22 έως το 2023-24.

Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό από κάθε άλλη περιοχή στο Ηνωμένο Βασίλειο, γεγονός που υπογραμμίζει ότι η εντυπωσιακή οικονομική ανάπτυξη της πρωτεύουσας δεν αγγίζει το σύνολο των κατοίκων της.

Facebook
X
LinkedIn
Email
WhatsApp
Threads