Ο πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ προχώρησε την Τρίτη στην πρώτη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου, λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση της πρώτης του πολιτικής απόφασης: τη μείωση του ΦΠΑ στους οικιακούς λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος από τον Οκτώβριο, προκειμένου να στηριχθούν οι πολίτες απέναντι στο αυξημένο κόστος διαβίωσης.
Απευθυνόμενος στους υπουργούς του, ξεκαθάρισε ότι θα ηγηθεί μιας κυβέρνησης προσανατολισμένης στην αντιμετώπιση του κόστους διαβίωσης, ώστε να δοθεί στον κόσμο η αίσθηση ότι η βοήθεια έρχεται.
Απέναντι από τον Άντι Μπέρναμ καθόταν ο νεοδιορισθείς υπουργός οικονομικών, Τζον Χίλι, ο οποίος δήλωσε ότι η απόφαση για τη μείωση του ΦΠΑ στους λογαριασμούς ρεύματος θα προσφέρει ανακούφιση ενόψει του χειμώνα. Ο Τζον Χίλι αναγνώρισε ότι η συγκεκριμένη πολιτική δεν θα λύσει ολοκληρωτικά το πρόβλημα του κόστους διαβίωσης, ωστόσο τόνισε ότι θα βοηθήσει 29 εκατομμύρια νοικοκυριά να αισθανθούν καλύτερα οικονομικά.
Ο συντελεστής ΦΠΑ στο οικιακό ηλεκτρικό ρεύμα πρόκειται να μειωθεί από το 5% στο 0% από την 1η Οκτωβρίου. Το μέτρο θα διαρκέσει για έξι μήνες, έως το τέλος του οικονομικού έτους τον Μάρτιο, και αναμένεται να μειώσει το ετήσιο ανώτατο όριο τιμών κατά 45 λίρες. Το κόστος για τα κρατικά ταμεία υπολογίζεται στα 850 εκατομμύρια λίρες για την περίοδο 2026/27.
Η μείωση αυτή θα χρηματοδοτηθεί μέσω της ακύρωσης του προγράμματος ψηφιακής ταυτότητας, το οποίο είχε προταθεί από την κυβέρνηση του Κιρ Στάρμερ πριν από το περσινό συνέδριο των Εργατικών. Το εν λόγω πρόγραμμα στόχευε να καταστήσει υποχρεωτικούς τους ελέγχους για το δικαίωμα εργασίας, στο πλαίσιο της πάταξης της παράνομης μετανάστευσης. Ωστόσο, η ομάδα του Άντι Μπέρναμ προχώρησε στην κατάργησή του προκειμένου να επαναπροσδιορίσει τις προτεραιότητές της.
Ανακοινώνοντας τη φορολογική ελάφρυνση, ο πρωθυπουργός τόνισε ότι το Γουέστμινστερ δεν λειτουργεί υπέρ των πολιτών εδώ και πολύ καιρό, με τις οικογένειες να παλεύουν για τα προς το ζην. Πρόσθεσε ότι η κυβέρνηση λαμβάνει άμεσα μέτρα για να μειώσει τους φόρους στους λογαριασμούς ενέργειας, να βάλει περισσότερα χρήματα στις τσέπες των πολιτών και να επαναφέρει την ελπίδα, δίνοντάς τους τον απαραίτητο χώρο να αναπνεύσουν.
Ωστόσο, η κίνηση αντιμετώπισε την κριτική του Ντάρεν Τζόουνς, πρώην γενικού γραμματέα του υπουργείου οικονομικών επί Κιρ Στάρμερ, ο οποίος υποστήριξε ότι το πρόγραμμα ψηφιακής ταυτότητας δεν διέθετε εξασφαλισμένη χρηματοδότηση, καλώντας την κυβέρνηση να εξηγήσει πώς ακριβώς θα πληρώσει για τις νέες της πολιτικές. Παράλληλα, ο ειδικός σε θέματα καταναλωτών, Μάρτιν Λιούις, προειδοποίησε ότι στην πράξη ο κόσμος δεν θα νιώσει μεγάλο όφελος, ειδικά από τη στιγμή που το ανώτατο όριο τιμών ενέργειας προβλέπεται να αυξηθεί κατά 3,1% τον Οκτώβριο, καθιστώντας την όποια εξοικονόμηση ανεπαίσθητη.
Προβληματισμός υπάρχει και για ένα κενό στη χρηματοδότηση, καθώς το πρόγραμμα της ψηφιακής ταυτότητας αναμενόταν να κοστίσει 600 εκατομμύρια λίρες. Αυτό αφήνει την κυβέρνηση με ένα έλλειμμα 250 εκατομμυρίων λιρών σε σχέση με τα 850 εκατομμύρια που απαιτούνται για την κατάργηση του ΦΠΑ. Η επικεφαλής των Συντηρητικών, Κέμι Μπέιντενοχ, εξέφρασε επίσης ανησυχίες, τονίζοντας ότι δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν πόροι από ένα μη χρηματοδοτούμενο πρόγραμμα για να εξασφαλιστούν φθηνότεροι λογαριασμοί. Η ίδια πρότεινε στην κυβέρνηση να «κλέψει» τις δικές της ιδέες για γεωτρήσεις στη Βόρεια Θάλασσα και κατάργηση του στόχου για μηδενικές εκπομπές ρύπων.
Οι πολιτικές αυτές ανακοινώθηκαν την πρώτη πλήρη ημέρα του Άντι Μπέρναμ στην εξουσία, ύστερα από τη δέσμευσή του τη Δευτέρα, έξω από τη Ντάουνινγκ Στριτ, για ένα «νέο πολιτικό και οικονομικό μοντέλο» που θα επιφέρει τη μεγαλύτερη αλλαγή στη βρετανική πολιτική εδώ και 40 χρόνια.
Από το βράδυ της Δευτέρας, ο πρωθυπουργός προχώρησε σε ριζικό ανασχηματισμό του υπουργικού συμβουλίου, ξεκινώντας με τον διορισμό του Τζον Χίλι ως νέου υπουργού Οικονομικών στη θέση της Ρέιτσελ Ριβς. Μια σειρά από κορυφαία στελέχη της εποχής του Κιρ Στάρμερ αποχώρησαν από την κυβέρνηση, μεταξύ των οποίων ο πρώην αναπληρωτής πρωθυπουργός Ντέιβιντ Λάμι, ο πρώην γενικός εισαγγελέας Λόρδος Χέρμερ και ο πρώην υπουργός στέγασης Στιβ Ριντ.
Ο Εντ Μίλιμπαντ διορίστηκε υπουργός εξωτερικών, η Σαμπάνα Μαχμούντ παρέμεινε στο υπουργείο εσωτερικών, ο Γουές Στρίτινγκ ανέλαβε υπουργός άμυνας και η Άντζελα Ρέινερ επέστρεψε στην κυβέρνηση αναλαμβάνοντας το χαρτοφυλάκιο της στέγασης.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η απόφαση του πρωθυπουργού να μην ορίσει νέο αναπληρωτή πρωθυπουργό, μια θέση που προηγουμένως κατείχαν η Άντζελα Ρέινερ και ο Ντέιβιντ Λάμι.
Επιπλέον, το υπουργείο επιστήμης, καινοτομίας και τεχνολογίας καταργήθηκε, με τις αρμοδιότητές του να μεταβιβάζονται σε άλλα υπουργεία. Ο Τζόναθαν Ρέινολντς επέστρεψε στον ρόλο του υπουργού επιχειρήσεων με ενισχυμένο χαρτοφυλάκιο που πλέον περιλαμβάνει την επιστήμη και την καινοτομία, ενώ η Λίζα Νάντι παρέμεινε υπουργός πολιτισμού αναλαμβάνοντας και τον τομέα της ψηφιακής πολιτικής.




