Σφοδρή επίθεση εξαπέλυσε ο Ντόναλντ Τραμπ κατά της βρετανικής κυβέρνησης, με αφορμή την απόφαση του Λονδίνου να παραχωρήσει τον έλεγχο των νησιών Τσάγκος στον Μαυρίκιο.
Ο Αμερικανός πρόεδρος συνέδεσε μάλιστα το ζήτημα με το δικό του αίτημα για την απόκτηση της Γροιλανδίας.
Σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο Αμερικανός πρόεδρος έγραψε: «Ο “λαμπρός” σύμμαχός μας στο ΝΑΤΟ, το Ηνωμένο Βασίλειο, σχεδιάζει επί του παρόντος να χαρίσει το νησί Ντιέγκο Γκαρσία, την τοποθεσία μιας ζωτικής σημασίας στρατιωτικής βάσης των ΗΠΑ, στον Μαυρίκιο, και να το κάνει ΧΩΡΙΣ ΚΑΝΕΝΑΝ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΛΟΓΟ». Πρόσθεσε δε πως η απόφαση αποτελεί «πράξη ΜΕΓΑΛΗΣ ΗΛΙΘΙΟΤΗΤΑΣ».
Το ιστορικό της διαμάχης και η συμφωνία
Τα νησιά Τσάγκος, μια τοποθεσία στρατηγικής σημασίας στον Ινδικό Ωκεανό, βρίσκονταν υπό βρετανικό έλεγχο από την εποχή της αποικιοκρατίας.
Τη δεκαετία του 1960, η Βρετανία προχώρησε στην απέλαση των κατοίκων από τα περισσότερα από τα 55 νησιά του απομακρυσμένου αρχιπελάγους, προκειμένου να κατασκευάσει μια αεροπορική βάση με τις Ηνωμένες Πολιτείες στο Ντιέγκο Γκαρσία, το μεγαλύτερο νησί του συμπλέγματος.
Ο Μαυρίκιος, νησιωτικό έθνος της ανατολικής Αφρικής, διεκδικεί την κυριαρχία των νησιών από το 1968, όταν απέκτησε την ανεξαρτησία του.
Το 2024, η κυβέρνηση του Κιρ Στάρμερ, υπό το βάρος αυξανόμενων νομικών και διπλωματικών πιέσεων, συμφώνησε να παραδώσει τα νησιά στον Μαυρίκιο.
Η απόφαση ήρθε μετά από χρόνια διαπραγματεύσεων και μια ιστορική γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, του ανώτατου δικαστηρίου του ΟΗΕ, το οποίο έκρινε ότι η Βρετανία είχε ενεργήσει παράνομα αποσπώντας το αρχιπέλαγος από τον έλεγχο του Μαυρικίου το 1965.
Τον περασμένο Μάιο, οι κυβερνήσεις Βρετανίας και Μαυρικίου υπέγραψαν τη σχετική συμφωνία, η οποία ωστόσο απαιτεί επικύρωση και από τις δύο χώρες για να τεθεί σε ισχύ.
Η σημασία της βάσης στο Ντιέγκο Γκαρσία
Βάσει των όρων της συμφωνίας, την οποία μέλη της κυβέρνησης Τραμπ είχαν αρχικά χαιρετίσει, οι ΗΠΑ και η Βρετανία θα συνεχίσουν να λειτουργούν τη στρατιωτική βάση στο Ντιέγκο Γκαρσία για μια αρχική περίοδο 99 ετών.
Το κόστος ανέρχεται σε 110 εκατομμύρια λίρες ετησίως.
Η βάση θεωρείται ζωτικής σημασίας καθώς ο Ινδικός Ωκεανός αποτελεί πεδίο ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων. Εξυπηρετεί πλοία του αμερικανικού ναυτικού, χρησιμοποιείται για τον ανεφοδιασμό βομβαρδιστικών μεγάλου βεληνεκούς και λειτουργεί ως πολύτιμος σταθμός παρακολούθησης και συλλογής πληροφοριών.
Στο νησί φιλοξενούνται περίπου 4.000 άτομα στρατιωτικού και πολιτικού προσωπικού από τις ΗΠΑ και τη Βρετανία.
Η πολιτική «στροφή» και η εμμονή με τη Γροιλανδία
Αξιοσημείωτο είναι ότι οι ΗΠΑ είχαν ενθαρρύνει ιδιωτικά τη βρετανική κυβέρνηση να επιλύσει τη διαφορά, ενώ κατά την ανακοίνωση της συμφωνίας, ο υπουργός εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο την είχε επαινέσει, δηλώνοντας ότι ο Τραμπ είχε «εκφράσει την υποστήριξή του για αυτό το μνημειώδες επίτευγμα».
Τα πρόσφατα σχόλια του προέδρου των ΗΠΑ σηματοδοτούν μια πλήρη ανατροπή αυτής της στάσης.
Ωστόσο, η παρέμβαση αυτή φαίνεται να αποτελεί άλλο ένα παράδειγμα όπου ο Αμερικανός Πρόεδρος επικαλείται φαινομενικά άσχετες εξελίξεις ως πρόσχημα για την επιθυμία του να αποκτήσει τον έλεγχο της Γροιλανδίας.





