Νομική διαμάχη έχει ξεσπάσει μεταξύ της αρχής μεταφορών του Λονδίνου (TfL) και ορισμένων εκ των μεγαλύτερων αυτοκινητοβιομηχανιών του κόσμου, οι οποίες αντιμετωπίζουν κατηγορίες για παραποίηση δεδομένων εκπομπών ρύπων.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της TfL, αυτή η πρακτική επέτρεψε σε οδηγούς να εισέρχονται στη ζώνη καθαρού αέρα της βρετανικής πρωτεύουσας χωρίς να πληρώνουν.
Η υπόθεση εξετάζεται από το ανώτατο δικαστήριο του Λονδίνου, όπου ακούστηκαν κατηγορίες για απάτη και αμέλεια εναντίον ομίλων, συμπεριλαμβανομένων των Stellantis, BMW, Jaguar Land Rover και Nissan.
Η νομική διαμάχη επικεντρώνεται στη Ζώνη Εξαιρετικά Χαμηλών Εκπομπών, η οποία επιβάλλει χρέωση 12,50 λιρών την ημέρα σε αυτοκίνητα που δεν πληρούν τα πρότυπα ποιότητας του αέρα.
Το σύστημα εφαρμόστηκε το 2019 και, προκαλώντας τη δυσαρέσκεια ορισμένων οδηγών στα προάστια, επεκτάθηκε για να καλύψει ολόκληρο το Ευρύτερο Λονδίνο το 2023.
Η κίνηση αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο των προσπαθειών του δημάρχου του Λονδίνου, Σαντίκ Καν, να βελτιώσει την ποιότητα του αέρα της πόλης. Οι λεπτομέρειες της υπόθεσης δεν έχουν ακόμη αποκαλυφθεί πλήρως, αλλά το δικαστήριο άκουσε μια περίληψη της αγωγής σε προκαταρκτική ακρόαση.
Οι δικηγόροι της TfL δήλωσαν ότι οχήματα που θα έπρεπε να υπόκεινται στο τέλος εισήλθαν στη ζώνη χωρίς να χρεωθούν, στερώντας έσοδα από την αρχή και υπονομεύοντας τις προσπάθειες περιορισμού της ρύπανσης.
Ωστόσο, ο οργανισμός ενδέχεται να αντιμετωπίσει δυσκολίες στην επιτυχή έκβαση της υπόθεσης.
Κι αυτό διότι η συγκεκριμένη αγωγή συνδέεται με μια ξεχωριστή νομική διαδικασία που ξεκίνησε εκ μέρους 1,6 εκατομμυρίων οδηγών, με τον ισχυρισμό ότι οι αυτοκινητοβιομηχανίες εγκατέστησαν ειδικό λογισμικό για να χειραγωγήσουν τις δοκιμές εκπομπών οξειδίων του αζώτου.
Η δικαστής σε εκείνη την υπόθεση αποφάνθηκε πρόσφατα κυρίως υπέρ των αυτοκινητοβιομηχανιών, αν και δεν απέρριψε οριστικά όλους τους ισχυρισμούς. Οι δικηγόροι των εναγόντων σχεδιάζουν ήδη να ασκήσουν έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης.
Η αρχή μεταφορών του Λονδίνου βασίζεται στα αρχεία της Υπηρεσίας Αδειοδότησης Οδηγών και Οχημάτων, τα οποία προκύπτουν από δεδομένα των κατασκευαστών, για να καθορίσει εάν ένα συγκεκριμένο όχημα υπόκειται στη χρέωση.
Όπως αναφέρθηκε στο δικαστήριο, οι αυτοκινητοβιομηχανίες διαβεβαίωσαν ότι ορισμένα πετρελαιοκίνητα οχήματα συμμορφώνονταν με το απαιτούμενο πρότυπο.
Ωστόσο, η πλευρά της TfL ισχυρίζεται πως οι διαβεβαιώσεις αυτές ήταν ψευδείς, έγιναν με δόλο, απερισκεψία, ή αμέλεια, προκαλώντας οικονομική ζημία, και πρόσθεσε ότι η αρχή διεκδικεί συνολικά ένα δισεκατομμύριο λίρες.
Συμπλήρωσε επίσης ότι το αποτέλεσμα ήταν να υπονομευθούν οι προσπάθειες μείωσης των επιπέδων ρύπανσης στο Λονδίνο.
Οι αυτοκινητοβιομηχανίες δεν έχουν ακόμη καταθέσει την υπεράσπισή τους για τη συγκεκριμένη αγωγή. Παρόλα αυτά, στην παράλληλη νομική διαδικασία αρνήθηκαν ότι παραπλάνησαν τις ρυθμιστικές αρχές ή τους καταναλωτές. Ισχυρίστηκαν ότι το λογισμικό των οχημάτων ήταν απολύτως νόμιμο και ότι τα συστήματα ελέγχου εκπομπών ήταν απαραίτητα για την πρόληψη προβλημάτων, όπως το σβήσιμο του κινητήρα ή η υπερθέρμανση σε συγκεκριμένες συνθήκες οδήγησης.
Ο δικηγόρος της Stellantis, ανέφερε ότι η TfL διατυπώνει πολύ σοβαρές κατηγορίες με δυνητικά εκτεταμένες συνέπειες, αλλά δεν έχει παράσχει καμία απολύτως επαρκή λεπτομέρεια ή συγκεκριμένα στοιχεία. Τόνισε ότι οι κατηγορούμενοι έχουν το δικαίωμα να γνωρίζουν εάν οι ισχυρισμοί περί απάτης και αμέλειας εξακολουθούν να υφίστανται και σε ποια βάση, δεδομένης της απόφασης της δικαστού στην άλλη υπόθεση.
Η TfL ζήτησε πρόσθετο χρόνο για να επιδώσει τα απαραίτητα έγγραφα, αλλά το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα και ξεκαθάρισε ότι το έντυπο της αγωγής πρέπει να έχει επιδοθεί έως τον προσεχή Οκτώβριο.




