ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Ηνωμένο Βασίλειο: Στο τραπέζι η υποχρεωτικότητα της ψήφου

Στο μικροσκόπιο των συμβούλων του Άντι Μπέρναμ τα σχέδια για αλλαγή του εκλογικού συστήματος με στόχο την αύξηση της συμμετοχής

Υπό εξέταση βρίσκεται η επιβολή προστίμου δέκα λιρών σε όσους δεν προσέρχονται στις κάλπες, στο πλαίσιο προτάσεων για την καθιέρωση υποχρεωτικής ψηφοφορίας τις οποίες έχουν μελετήσει κορυφαίοι σύμβουλοι του νέου Βρετανού πρωθυπουργού, Άντι Μπέρναμ.

Παρότι η υποχρεωτική ψηφοφορία δεν αποτελεί μέρος του άμεσου σχεδιασμού των Εργατικών, ο πρωθυπουργός δηλώνει ανοιχτός σε εκλογικές μεταρρυθμίσεις, ενώ τρεις σημαντικές δεξαμενές σκέψης και αρκετοί βουλευτές πιέζουν έντονα προς αυτή την κατεύθυνση, έχοντας ήδη επιχειρήσει να εντάξουν το μέτρο σε νομοθεσία που κληρονόμησε η κυβέρνηση.

Τα έγγραφα που προτείνουν τη συγκεκριμένη πολιτική συντάχθηκαν ή εγκρίθηκαν από πρόσωπα που πλέον κατέχουν υψηλόβαθμες θέσεις στην Ντάουνινγκ Στριτ και είχαν φτάσει στα χέρια της μεταβατικής ομάδας του πρωθυπουργού πριν εκείνος αναλάβει τα καθήκοντά του.

Για παράδειγμα, η δεξαμενή σκέψης Think Labour δημοσίευσε σχετική έκθεση πριν από την εσωκομματική κούρσα ηγεσίας. Το κείμενο έφερε την υπογραφή της Άλισον Φίλιπς, η οποία σήμερα είναι αναπληρώτρια προσωπάρχης του Άντι Μπέρναμ.

Παράλληλα, η δεξαμενή σκέψης Demos κάλεσε τον πρωθυπουργό να υιοθετήσει το μέτρο μέσα στις πρώτες εκατό ημέρες της θητείας του.

Μια τρίτη παρέμβαση ήρθε στις δέκα Ιουλίου από το Ινστιτούτο Έρευνας Δημόσιας Πολιτικής. Η έκθεσή του πρότεινε την επιβολή του προστίμου των δέκα λιρών, καθώς και την προσθήκη της επιλογής «κανένα από τα παραπάνω» στα ψηφοδέλτια.

Τουλάχιστον δύο στελέχη που εργάζονται πλέον στο Νο10 ήταν εξοικειωμένα με την πρόταση από τη θητεία τους στο ίδιο ινστιτούτο, σημειώνουν οι Times.

Η αλλαγή βρίσκει θερμούς υποστηρικτές και στα έδρανα της βουλής. Η βουλευτής του Τίπτον και Γουένσπερι, Αντόνια Μπανς, κατέθεσε τροπολογία στο νομοσχέδιο για την εκπροσώπηση του λαού, ζητώντας από τους υπουργούς να καταρτίσουν σχέδια για το «καθήκον της ψήφου».

Η πρόταση προέβλεπε εξαιρέσεις για λόγους υγείας, αναπηρίας, απουσίας στο εξωτερικό, καθώς και για θρησκευτικούς λόγους ή λόγους συνείδησης, επιτρέποντας παράλληλα στους πολίτες να ρίξουν λευκό ή άκυρο.

Στο παρασκήνιο, η «Εκστρατεία για την Υποχρεωτική Ψηφοφορία», που ιδρύθηκε τον τελευταίο χρόνο, συνεργάζεται στενά με βουλευτές και μέλη της Βουλής των Λόρδων.

Ο Τσαρλς Γουάιτ, εκπρόσωπος της ομάδας, υπογράμμισε ότι πολιτικοί από όλο το φάσμα ανησυχούν για τη χαμηλή συμμετοχή, επισημαίνοντας πως το άνισο εκλογικό σώμα ανταμείβει την οικονομική αποτυχία εδώ και δεκαετίες.

Πρόσθεσε ότι η παύση του νομοσχεδίου δίνει την ευκαιρία στους βουλευτές να αναζητήσουν λύσεις. Η Αντόνια Μπανς, που συμμετείχε στη συμβουλευτική επιτροπή της εκστρατείας, πρότεινε τη δοκιμαστική εφαρμογή του συστήματος παράλληλα με πιλοτικά προγράμματα αυτόματης εγγραφής ψηφοφόρων, βρίσκοντας στήριξη από άλλους επτά βουλευτές των Εργατικών.

Το προαναφερθέν νομοσχέδιο αποσύρθηκε πριν από τις θερινές διακοπές. Την ευθύνη του έχει πλέον αναλάβει ως υφυπουργός για θέματα δημοκρατίας η Φλόρενς Εσαλόμι, την οποία τοποθέτησε στο υπουργείο στέγασης ο νέος πρωθυπουργός.

Η ίδια ήταν ανάμεσα στους ενενήντα έξι βουλευτές των Εργατικών που υποστήριξαν την τροπολογία του Άλεξ Σόμπελ, προέδρου της διακομματικής κοινοβουλευτικής ομάδας για δίκαιες εκλογές, ζητώντας τη δημιουργία εθνικής επιτροπής για την εκλογική μεταρρύθμιση – πρόταση που συγκέντρωσε την υποστήριξη σχεδόν διακοσίων βουλευτών. Παράλληλα, τροπολογία της Μπελ Ριμπέιρο-Άντι πρότεινε να συνοδευτεί η υποχρεωτική ψηφοφορία από πρόγραμμα αγωγής του πολίτη, βρίσκοντας σύμφωνους Εργατικούς, Φιλελεύθερους Δημοκράτες και Πράσινους.

Σε δημοσκόπηση της εταιρείας YouGov, το 48% τάχθηκε υπέρ της υποχρεωτικής ψηφοφορίας, έναντι 42% που διαφώνησε, με μόλις το ένα πέμπτο να εκφράζει έντονη αντίθεση.

Από την πλευρά του, ο Άντι Μπέρναμ ξεκαθάρισε μέσω της πλατφόρμας Ρέντιτ ότι είναι ένθερμος υποστηρικτής της εκλογικής μεταρρύθμισης και δεσμεύτηκε να προσπαθήσει να πείσει το κόμμα του να την εντάξει στο επόμενο μανιφέστο. Το χάσμα συμμετοχής στις εκλογές του 2024 αναδεικνύει το πρόβλημα: η προσέλευση ανήλθε μόλις στο 56% στους νέους δεκαοκτώ έως είκοσι τεσσάρων ετών, σε σύγκριση με το 81% στους άνω των 61, ενώ καταγράφηκε διαφορά είκοσι ποσοστιαίων μονάδων μεταξύ των πτυχιούχων και εκείνων με τα λιγότερα προσόντα.

Ο Νικ Γκάρλαντ, επικεφαλής συντάκτης της έκθεσης του Ινστιτούτου Έρευνας Δημόσιας Πολιτικής και πρώην σύμβουλος της πρώην υπουργού οικονομικών Ρέιτσελ Ριβς, τόνισε ότι αυτή η κατάσταση δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο, καθώς οι πολιτικοί δίνουν προτεραιότητα σε όσους ψηφίζουν.

Το μοντέλο της Αυστραλίας, όπου η υποχρεωτική ψηφοφορία εισήχθη το 1924 και η συμμετοχή έκτοτε έπεσε κάτω από το 90% μόνο μία φορά, προβάλλεται συχνά ως το κατεξοχήν επιτυχημένο παράδειγμα.

Όπως κατέληξε ο Νικ Γκάρλαντ, το ενδιαφέρον του νέου πρωθυπουργού για τη δημοκρατική λειτουργία είναι ενθαρρυντικό. Προέτρεψε τον Άντι Μπέρναμ να χτίσει πάνω στα μέτρα του νομοσχεδίου για την πλήρη αυτόματη εγγραφή των ψηφοφόρων, σημειώνοντας ότι ενώ η αλλαγή σε ένα πιο αναλογικό σύστημα είναι κρίσιμη, η υποχρεωτική ψηφοφορία στα πρότυπα της Αυστραλίας πρέπει να αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος αυτής της διαδικασίας.

Facebook
X
LinkedIn
Email
WhatsApp
Threads