Η έκθεση UK Poverty 2026 καταγράφει την τρέχουσα κοινωνικοοικονομική κατάσταση στο Ηνωμένο Βασίλειο, αναδεικνύοντας μια απόκλιση μεταξύ των γενικών δεικτών που παραμένουν εν πολλοίς σταθεροί και της ποιοτικής επιδείνωσης των συνθηκών διαβίωσης.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι δεν έχει σημειωθεί πρόοδος στη μείωση της φτώχειας, συνεχίζοντας την τάση που ξεκίνησε λίγο πριν από την έναρξη της χρηματοπιστωτικής κρίσης, με τη συνολική φτώχεια να κυμαίνεται μεταξύ 20% και 22% κάθε χρόνο από τότε. Το 2023/24 ήταν στο 21%.
Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την πορεία της προηγούμενη οκταετίας (έως το 2004/05), η οποία οδήγησε σε μείωση της φτώχειας κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες.
Η πληθυσμιακή κατανομή αφορά 7,9 εκατομμύρια ενήλικες εργάσιμης ηλικίας και 4,5 εκατομμύρια παιδιά.
Παρά τη σταθερότητα του γενικού δείκτη, τα δεδομένα υποδεικνύουν αύξηση της έντασης της φτώχειας. Η κατηγορία της «πολύ βαθιάς φτώχειας», περιλαμβάνει πλέον 6,8 εκατομμύρια πολίτες. Πρόκειται για την υψηλότερη τιμή που έχει καταγραφεί από το 1994/95.
Παράλληλα, παρατηρούνται τα εξής:
Ακραία Ένδεια (Destitution): Οι περιπτώσεις αδυναμίας κάλυψης βασικών αναγκών (στέγαση, θέρμανση, διατροφή) υπερδιπλασιάστηκαν κατά την περίοδο 2017-2022.
Επισιτιστική Ανασφάλεια: Καταγράφεται αύξηση 60% στην περιορισμένη πρόσβαση σε θρεπτική τροφή εντός της τελευταίας διετίας, επηρεάζοντας επιπλέον 2,8 εκατομμύρια ανθρώπους.
Πώς ορίζεται η «φτώχεια»
Το όριο σχετικής φτώχειας που χρησιμοποιείται στην έκθεση ορίζεται ως το 60% του διάμεσου εισοδήματος προσαρμοσμένο για διαφορετικούς τύπους νοικοκυριών.
Η ανάλυση των ευάλωτων ομάδων καταδεικνύει ότι η φτώχεια πλήττει δυσανάλογα τα άτομα με αναπηρία, τις εθνικές μειονότητες, τις πολύτεκνες οικογένειες και τους ενοικιαστές. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη «φτώχεια των εργαζομένων» (in-work poverty), η οποία αναδεικνύει ότι η απασχόληση δεν διασφαλίζει πλέον την οικονομική επάρκεια. Το φαινόμενο εντοπίζεται κυρίως σε:
Εργαζόμενους μερικής απασχόλησης.
Αυτοαπασχολούμενους.
Απασχολούμενους στον τομέα της εστίασης και της διοικητικής υποστήριξης.
Η ιστορική αναδρομή δείχνει ότι η περίοδος 2010-2024 χαρακτηρίστηκε από στασιμότητα στη μείωση των ποσοστών φτώχειας, ως αποτέλεσμα διαδοχικών οικονομικών κλυδωνισμών (δημοσιονομική λιτότητα, Brexit, πανδημία).
Η τρέχουσα στρατηγική για την παιδική φτώχεια τερματίζει τον περιορισμό των επιδομάτων στα δύο παιδιά (2-child limit).
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Υπουργείου Εργασίας και Συντάξεων (DWP), η παρέμβαση αυτή αναμένεται να μειώσει τον αριθμό των παιδιών που ζουν σε συνθήκες φτώχειας κατά 400.000 εντός της κοινοβουλευτικής περιόδου.
Παρά την αποτελεσματικότητα των στοχευμένων μέτρων για την παιδική προστασία, η έρευνα επισημαίνει κενά στην οριζόντια κάλυψη του πληθυσμού. Η εστίαση στην παιδική ηλικία αφήνει εκτός πλαισίου τους ενήλικες χωρίς εξαρτώμενα μέλη και τους χαμηλοσυνταξιούχους.
Με βάση τις τρέχουσες τάσεις, εκτιμάται ότι το 2029/30 περισσότερα από 4 εκατομμύρια παιδιά θα παραμένουν υπό καθεστώς φτώχειας. Η έκθεση καταλήγει στην ανάγκη υιοθέτησης μιας ολιστικής προσέγγισης που θα αντιμετωπίζει τα δομικά αίτια της εισοδηματικής ανισότητας για το σύνολο των κοινωνικών ομάδων.
Ολόκληρη η έκθεση παρακάτω:





