Τα σκίτσα που αποτυπώνουν στιγμές μέσα από τις δικαστικές αίθουσες αποτελούν μια συνηθισμένη πρακτική στη Βρετανία.
Στις περισσότερες ποινικές δίκες, η μοναδική εικόνα που φτάνει στο κοινό από το εσωτερικό της δικαστικής αίθουσας δεν προέρχεται από κάποιο φωτογραφικό φακό ή τηλεοπτική κάμερα, αλλά από τα παστέλ και τα μολύβια μιας μικρής ομάδας εξειδικευμένων καλλιτεχνών.
Τα δικαστικά σκίτσα αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι των βρετανικών δελτίων ειδήσεων και των εφημερίδων, και καταγράφουν την ένταση, τη γλώσσα του σώματος και τις εκφράσεις των κατηγορουμένων στο εδώλιο.
Μία τέχνη που κρύβει μια μακρά ιστορία αλλά και πολλές ιδιαιτερότητες, όπως για παράδειγμα το ότι τα σκίτσα αυτά απαγορεύεται να σχεδιαστούν εντός της δικαστικής αίθουσας.
Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.
Η νομική βάση πίσω από αυτή την πρακτική χρονολογείται πριν από έναν αιώνα. Συγκεκριμένα, το άρθρο 41 του νόμου περί ποινικής δικαιοσύνης του 1925 κατέστησε ποινικό αδίκημα όχι μόνο τη λήψη φωτογραφιών, αλλά και τη δημιουργία οποιουδήποτε πορτρέτου ή σκίτσου εντός της δικαστικής αίθουσας, καθώς και στον ευρύτερο χώρο του δικαστικού μεγάρου.
Η απαγόρευση επιβλήθηκε ως απάντηση στην ολοένα και πιο επιθετική στάση των ταμπλόιντ της εποχής. Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, φωτογράφοι έκρυβαν κάμερες μέσα σε καπέλα ή τσάντες για να απαθανατίσουν κατηγορούμενους την ώρα που τους απαγγέλλονταν θανατικές καταδίκες, όπως συνέβη στην πολύκροτη δίκη των Έντιθ Τόμσον και Φρέντερικ Μπάιγουοτερς το 1922, αλλά και νωρίτερα, το 1915, στη δίκη του Τζορτζ Τζόζεφ Σμιθ στο Old Bailey.
Οι νομοθέτες έκριναν ότι η εμπορευματοποίηση της ανθρώπινης αγωνίας υπονόμευε το κύρος της δικαιοσύνης, εκφόβιζε τους μάρτυρες και επηρέαζε την κρίση των ενόρκων.
Λόγω αυτής της απαγόρευσης, η εργασία του δικαστικού σκιτσογράφου στη Βρετανία διαφέρει ριζικά από εκείνη στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου οι καλλιτέχνες στήνουν καβαλέτα και ζωγραφίζουν απευθείας μπροστά στην έδρα.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι σκιτσογράφοι κάθονται στα έδρανα των δημοσιογράφων κρατώντας αποκλειστικά γραπτές σημειώσεις. Καταγράφουν με λέξεις τις αναλογίες του προσώπου, το χρώμα και την υφή των ρούχων, τον φωτισμό, τη στάση των χεριών και το βλέμμα του κατηγορουμένου.
Μόλις ολοκληρωθεί η διαδικασία ή υπάρξει διακοπή, βγαίνουν εκτός του δικαστικού κτιρίου —συχνά σε κοντινά καφέ ή σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους τύπου εκτός της απαγορευμένης ζώνης— και αποτυπώνουν τη σκηνή στο χαρτί αποκλειστικά από μνήμης, μέσα σε λίγα λεπτά, ώστε να προλάβουν τις προθεσμίες των τηλεοπτικών δικτύων.
Για δεκαετίες μετά το 1925, τα σκίτσα είχαν σχεδόν εκλείψει, καθώς ο νόμος απαγόρευε ακόμη και τη δημοσίευση σχεδίων που είχαν γίνει μέσα στην αίθουσα.
Η σύγχρονη αναβίωση της τέχνης ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980, όταν τα τηλεοπτικά δίκτυα συνειδητοποίησαν ότι το «παραθυράκι» του νόμου επέτρεπε τη δημοσίευση σκίτσων, εφόσον αυτά είχαν σχεδιαστεί εκτός του δικαστηρίου αποκλειστικά με βάση τη μνήμη του καλλιτέχνη.
Δημιουργοί όπως η Πρισίλα Κόουλμαν, η Ελίζαμπεθ Κουκ και η Τζούλια Κουένζλερ καθιέρωσαν την αισθητική που γνωρίζουμε σήμερα: γρήγορες, εκφραστικές γραμμές με παστέλ και νερομπογιές που αποδίδουν την ατμόσφαιρα της δίκης χωρίς να παραβιάζουν το γράμμα του νόμου.
Η επιβίωση αυτής της μεθόδου στον 21ο αιώνα οφείλεται στην προστασία της δικαστικής διαδικασίας από το βρετανικό νομικό σύστημα. Παρότι τα τελευταία χρόνια έχουν επιτραπεί κάποιες αλλαγές —όπως η εξαίρεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου το 2009 και η απόφαση του 2022 να επιτραπεί η τηλεοπτική μετάδοση αποκλειστικά της στιγμής που ο δικαστής απαγγέλλει την ποινή σε ορισμένες υποθέσεις στα δικαστήρια— η κάλυψη της ίδιας της ακροαματικής διαδικασίας παραμένει απαγορευμένη για τις κάμερες.
Τα δικαστήρια θεωρούν ότι η παρουσία φακών κατά την εξέταση μαρτύρων και κατηγορουμένων θα μετέτρεπε τις δίκες σε τηλεοπτικό θέαμα, αλλοιώνοντας τη συμπεριφορά των εμπλεκομένων.
Έτσι, το δικαστικό σκίτσο παραμένει το μοναδικό «παράθυρο» προς το εσωτερικό της αίθουσας.




